γεγενημένα

γεγενημένα
γίγνομαι
come into a new state of being
perf part mp neut nom/voc/acc pl
γεγενημένᾱ , γίγνομαι
come into a new state of being
perf part mp fem nom/voc/acc dual
γεγενημένᾱ , γίγνομαι
come into a new state of being
perf part mp fem nom/voc sg (doric aeolic)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Нужно решить контрольную?

Look at other dictionaries:

  • γεγενημέν' — γεγενημένα , γίγνομαι come into a new state of being perf part mp neut nom/voc/acc pl γεγενημένε , γίγνομαι come into a new state of being perf part mp masc voc sg γεγενημέναι , γίγνομαι come into a new state of being perf part mp fem nom/voc pl… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γεγενημένας — γεγενημένᾱς , γίγνομαι come into a new state of being perf part mp fem acc pl γεγενημένᾱς , γίγνομαι come into a new state of being perf part mp fem gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γεγενημέναν — γεγενημένᾱν , γίγνομαι come into a new state of being perf part mp fem acc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • περί — ΝΜΑ, με αναστροφή πέρι, θεσσαλ., δελφ. και αιολ τ. περ, ελεατ. τ. παρ Α πρόθεση η οποία συντάσσεται: 1. με γεν. α) (για δήλωση τού αντικειμένου, τού θέματος για το οποίο γίνεται λόγος ή για το οποίο ενδιαφέρεται κάποιος), για, σχετικά με..., όσον …   Dictionary of Greek

  • γεγενημέναι — γίγνομαι come into a new state of being perf part mp fem nom/voc pl γεγενημένᾱͅ , γίγνομαι come into a new state of being perf part mp fem dat sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”